Η Javascript πρέπει να είναι ενεργοποιημένη για να συνεχίσετε!


Οι οπτόπλινθοι και τα κεραμίδια στα κτήρια της Αθήνας. Ο κλάδος της πλινθοκεραμοποιίας σε Αθήνα, Πειραιά, ευρύτερη Αττική, Χαλκίδα και Πόρο (1834 - 1950)



Μιχαήλ Μπαρδάνης
Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολόγίας, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 2025
Τύπος: Διατριβές

Περίληψη:

Η μελέτη διαρθρώνεται σε τέσσερα μέρη, τα οποία αντίστοιχα πραγματεύονται: α) την τυπολογία και την χρήση των οπτόπλινθων (τούβλων), κεραμιδιών και άλλων συναφών οικοδομικών υλικών στα κτήρια του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, β) την ιστορία του κλάδου της πλινθοκεραμοποιίας και την πορεία των εμπλεκόμενων επιχειρηματιών, γ) την εργασία στα πλινθοκεραμοποιεία και δ) την τεχνολογία κατασκευής, τόσο των χειροποίητων, όσο και των μηχανοποίητων προϊόντων. Συμπληρώνεται από τρία παραρτήματα, στα οποία έχει συγκεντρωθεί πλούσιο τεκμηριωτικό υλικό, σχετικό με τους επιχειρηματίες και τις μονάδες που δημιούργησαν, τους εργαζόμενους σε αυτές, καθώς και τα ίδια τα προϊόντα (τούβλα) και τις σφραγίδες που φέρουν.

Η χρήση των τούβλων και των κεραμιδιών στα κτήρια της Αθήνας, από το 1834 μέχρι το 1950, ήταν προοδευτικά αυξανόμενη. Ειδικά μετά το 1900, τα τούβλα αποτέλεσαν ένα από τα κύρια οικοδομικά υλικά. Χρησιμοποιήθηκαν διάφοροι τύποι προϊόντων, όπως τα χειροποίητα συμπαγή και τα διάτρητα μηχανοποίητα τούβλα, τα βυζαντινά κεραμίδια, τα κεραμίδια γαλλικού τύπου, οι κισσηρόπλινθοι, οι τσιμεντόπλινθοι κ.ά.

Τα προϊόντα αυτά κατασκευάζονταν σε ένα πλήθος παραγωγικών μονάδων κάθε κατηγορίας, οι οποίες αναπτύχθηκαν, διάσπαρτες ή συγκεντρωμένες σε κέντρα παραγωγής, εντός και εκτός λεκανοπεδίου Αττικής, καθώς και στην ευρύτερη περιοχή της Χαλκίδας και τον Πόρο. Ιδιαίτερο ρόλο διαδραμάτισαν τα κεραμουργικά κέντρα στα Καμίνια (Πειραιάς) και στον Ελαιώνα (Αθήνα). Διακρίνονταν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: α) τις λίγες μεγάλες βιομηχανικές επιχειρήσεις (μονάδες έντασης κεφαλαίου), γνωστές για τις μεγάλων διαστάσεων εγκαταστάσεις τους και τα ολοκληρωμένα μηχανολογικά συστήματά τους και β) τις πολυάριθμες πλινθοκεραμοποιίες βιοτεχνικού χαρακτήρα (μονάδες έντασης εργασίας), οι οποίες χαρακτηρίζονταν από μικροεπαγγελματισμό, προσκόλληση στην παλαιά τεχνολογία, ευελιξία στον τρόπο λειτουργίας τους, τον οικογενειακό χαρακτήρα τους κ.ά. Πρόσωπα όπως βιομήχανοι, έμποροι, κεφαλαιούχοι, μηχανικοί, κτηματίες, αγγειοπλάστες, κεραμοποιοί κ.ά. ενεπλάκησαν στην δημιουργία τους. Επίσης, ευδιάκριτο υπήρξε το εθνοτοπικό δίκτυο εργασίας που συνέστησαν οι κεραμοποιοί από την Κύθνο. Σε αυτό το ανταγωνιστικό περιβάλλον έλαβε χώρα η αργή και σταδιακή μετάβαση από την χειροποίητη στη μηχανοποίητη παραγωγή και η σύγκρουση «μικρών» και «μεγάλων», κάτι που οδήγησε στη συνολική αναμόρφωση του κλάδου μετά το 1950.

Η εργασία στα πλινθοκεραμοποιεία, άρρηκτα συνδεδεμένη με την χρησιμοποιούμενες τεχνικές και τις τεχνολογικές εξελίξεις στον κλάδο, χαρακτηριζόταν από σκληρές εργασιακές συνθήκες και μεγάλη επαγγελματική επικινδυνότητα. Έμφυλοι και ηλικιακοί καταμερισμοί εργασίας καταγράφονται στις μονάδες κάθε κατηγορίας. Ο ρόλος των ανδρών ήταν κυρίαρχος, με την συμμετοχή όμως των γυναικών στην παραγωγή και στην διοίκηση, καθώς και της παιδικής εργασίας να μην είναι αμελητέες. Η παραγωγή, κυρίως στις μονάδες έντασης εργασίας, βασίστηκε συχνά σε εργολαβικά συστήματα. Παράλληλα, δεν ήταν άγνωστη η αμοιβή κάποιων εργαζόμενων με την ημέρα (ημερομίσθιο), και σπανιότερα με τον μήνα (μηνιαίος μισθός). Επιπροσθέτως, η εργατική δύναμη αποτελούμενη από γηγενείς, Κύθνιους (αρχικά εποχιακούς μετανάστες), άλλους εσωτερικούς μετανάστες, αλλοδαπούς και πρόσφυγες από την Μικρά Ασία (μετά το 1922), συγκεντρώθηκε γύρω από τα κέντρα παραγωγής.

Αναφορικά με την τεχνολογία, στα εδώ εξεταζόμενα χωροχρονικά όρια οι μεγάλες επιχειρήσεις χρησιμοποίησαν εισαγόμενο τεχνολογικό εξοπλισμό και επιδίωξαν την παραγωγή μηχανοποίητων προϊόντων από πολύ νωρίς. Οι μονάδες έντασης εργασίας υιοθέτησαν τη διεθνώς διαδεδομένη διαδικασία παραγωγής χειροποίητων τούβλων και κεραμιδών και κάποιες από τις παραλλαγές της. Οι ίδιες, μετά το 1920, κατασκεύασαν μηχανοποίητα προϊόντα, μέσω της σταδιακής εκμηχάνισης κάποιων βημάτων της παραγωγής. Ωστόσο, η κατασκευή των χειροποίητων προϊόντων συνεχίστηκε παράλληλα μέχρι και την δεκαετία του 1950.

Συμπερασματικά, η σφαιρική εξέταση του κλάδου της πλινθοκεραμοποιίας συμβάλλει στην αποκάλυψη άγνωστων πτυχών της πολεοδομικής, οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας της πολεοδομικού συγκροτήματος της ελληνικής πρωτεύουσας (1834-1950) καθώς και όψεων της ιστορίας της εργασίας, της τεχνολογίας, του οικοδομικού κλάδου και των υλικών.

 

Εξεταστική Επιτροπή:

Λήδα Παπαστεφανάκη, καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων (επιβλέπουσα)

Χριστίνα Αγριαντώνη, ομότιμη καθηγήτρια Παν/μίου Θεσσαλίας

Μανόλης Κορρές, ομότιμος καθηγητής Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου

Πέτρος Κουφόπουλος, καθηγητής του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Παν/μίου Πατρών

Άννα Μαχαιρά, καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων

Βασίλης Νιτσιάκος, καθηγητής του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων

Άννα Μανδυλαρά, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Παν/μίου Ιωαννίνων



Πίσω

Newsletter